Σεμινάριο Φλώρινας 2016

 Τελευταίο σεμινάριο για τις τελικές παραστάσεις του Χορευτικού Ομίλου Θεσσαλονίκης από την περιοχή της Φλώρινας με εισηγητή – χοροδιδάσκαλο τον κ. Γιάννη Μάνου.

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΦΛΩΡΙΝΑΣ[1]

ΔΕΙΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ο χορός και το τραγούδι αποτελούν πολιτισμικά χαρακτηριστικά άμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους και αναπόσπαστα συστατικά στοιχεία όλων των πολιτισμικών πρακτικών που έχουν καταγραφεί στην περιοχής της Φλώρινας. Οι Φλωρινιώτες χορεύουν και τραγουδούν  αποδίδοντας πολύ συχνά συμβολικό περιεχόμενο στις ενέργειές τους, οι οποίες αποτελούν έναν τρόπο διαχείρισης και διαπραγμάτευσης της σχέσης τους με τη φύση, την καθημερινότητα και τα σημαντικά γεγονότα στη διάρκεια της ζωής.

Ειδικότερα, η λέξη χορός έχει πολλαπλές σημασίες στη Φλωρινιώτικη κοινωνία. Μπορεί να σημαίνει ένα συγκεκριμένο κινητικό σχήμα, μια ιδιαίτερη απόδοση αυτού του σχήματος ή ένα γεγονός στο σύνολό του. Το παρόν κείμενο ασχολείται κύρια και πρωταρχικά με τα διάφορα κινητικά σχήματα που εμφανίζονται στο νομό Φλώρινας και τους χαρακτηρισμούς με τους οποίους είναι αναγνωρίσιμα από τους κατοίκους. Ασχολείται ακόμα με τα τραγούδια, που έχουν καταγραφεί στην περιοχή, αρκετά από τα οποία σώζονται ακόμα από τους ηλικιωμένους. Ο χορός, με αυτή τη σημασία, και τα τραγούδια έχουν εννοιολογική εγκυρότητα για τους κατοίκους της περιοχής καθώς παίζουν αποφασιστικό ρόλο στον ατομικό και συλλογικό προσδιορισμό του Φλωρινιώτη και στην ανάδειξη της τοπικής του ταυτότητας. Λειτουργούν ως ιδίωμα μιας σχέσης με τον τόπο μέσα από την οποία σηματοδοτείται η διαφορά του από άλλους τόπους.

Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για χορούς και τραγούδια των αγροτικών κοινοτήτων της περιοχής, που, όταν χορεύονται και τραγουδιούνται στις διάφορες ομαδικές δραστηριότητες τόσο των ίδιων των κοινοτήτων όσο και των αστικών κέντρων της περιοχής, έχουν λειτουργική αξία και κοινωνική σημασία για τα άτομα. Συνιστούν τρόπους κοινωνικής μνήμης και θυμίζουν τοπία, συγγενικές και κοινοτικές σχέσεις, τοπικές ιστορίες, εικόνες και ενσωματωμένες εμπειρίες τα οποία, σε κάποιες περιπτώσεις, οι επίσημες ιστορίες έχουν κατά καιρούς αποκλείσει ή αποσιωπήσει. Είναι οι χοροί και τα τραγούδια που οι κάτοικοι της περιοχής θεωρούν «δικά τους», γιατί τους συνδέουν με τις «ρίζες» και το «παρελθόν» τους και αποτυπώνουν με την εξέλιξή τους την ιστορία και τις συνήθειες της περιοχής.

Η περιοχή της Φλώρινας, η οποία βρίσκεται σε ένα κεντρικό σημείο της Βαλκανικής Χερσονήσου, αποτέλεσε επαρχία μεγάλων αυτοκρατοριών, χώρο εγκατάστασης πλήθους κατακτητών και σταθμό στις μετακινήσεις πολυάριθμων φύλλων και πληθυσμών. Η συνύπαρξη πληθυσμιακών ομάδων και πολιτισμικών πρακτικών σε ένα προ-εθνικό οθωμανικό περιβάλλον αποτέλεσε δείγμα πολιτισμικής αλληλεπίδρασης και ανταλλαγής. Η γλωσσική πολυμέρεια και η πολιτισμική ποικιλότητα ήταν τα δυναμικά και αποφασιστικά στοιχεία που χαρακτήριζαν την περιοχή ενώ η θρησκεία και η εντοπιότητα παρείχαν τα πιο σημαντικά κριτήρια διάκρισης μεταξύ των ομάδων. Οι συνθήκες αυτές συντέλεσαν στο να διαμορφωθεί ένας πλούσιος, πολυπολιτισμικός και, μέχρι σήμερα, ανεξερεύνητος λαϊκός πολιτισμός.

Η γλωσσική ποικιλομορφία και διαφορετικότητα, όμως, αποτέλεσαν πολλές φορές τη βάση, στην οποία στηρίχτηκαν οι ξένες προπαγάνδες στο παιχνίδι των εθνικών ανταγωνισμών και διεκδικήσεων στη Μακεδονία. Για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο οι κάτοικοι της περιοχής αποκαλούσαν τους χορούς και τα τραγούδια τους χρησιμοποιήθηκε, πολύ συχνά, στα πλαίσια του  περίπλοκου και πολλές φορές σκόπιμα θολού  ζητήματος της ονοματοθεσίας ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες προκειμένου να κατατάξει άτομα και κοινότητες σε διάφορες ομάδες. Η ιστορία απέδειξε ότι το κριτήριο της γλώσσας και η χρήση του γλωσσικού επιχειρήματος στη Βαλκανική, απ’ όπου κι αν προέρχεται, είναι μόνο για εξωτερική κατανάλωση.

Το δύσκολο και περίπλοκο ιστορικό παρελθόν της Φλώρινας και τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που υπήρχαν στην πρώτη περίοδο μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους και της ένταξής της στο ελληνικό κράτος (1912), είχαν σαν αποτέλεσμα την έλλειψη επιστημονικών ερευνών για την καταγραφή, ταξινόμηση και ανάδειξη των εκφάνσεων του τοπικού λαϊκού πολιτισμού, ιδιαίτερα του χορού και των τραγουδιών. Η αστικοποίηση της χώρας, όμως, στη δεκαετία του ΄60 και η μετάθεση του χορού από το χωριό, στην πόλη, ως θέαμα πλέον συντέλεσαν στην όψιμη ένδειξη ενδιαφέροντος για την προσέγγισή τους. Αυτό οδήγησε σε πρώτη φάση στη δημιουργία δύο διαφορετικών επιπέδων χορευτικής γνώσης, αυτής, που άρχισαν να διαδίδουν οι δάσκαλοι χορού, γηγενείς και μη, όταν ξεκίνησε να αναπτύσσεται η θεατρική παρουσίαση του χορού από οργανωμένες χορευτικές ομάδες και αυτής, που κατέχουν ή κατείχαν οι κάτοικοι της περιοχής και με την οποία λειτουργούν στις πηγαίες περιστάσεις χορού.

Ο τρόπος, με τον οποίο οι ίδιοι οι κάτοικοι προσδιορίζουν το χορό που θέλουν να χορέψουν, είναι σχετικός, χωρίς σταθερούς κανόνες και γίνεται «κατά περίσταση». Άλλοτε περιγράφουν το χορό τραγουδώντας τη μελωδία του, άλλοτε λένε μια λέξη ή ένα στίχο από το τραγούδι και άλλοτε περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο τον χορεύουν. Θεωρούμε πως είναι απαραίτητο, τηρώντας αποστάσεις από τις σκοπιμότητες  που τους περιβάλλουν και την πολιτική χρήση που έχουν υποστεί και υφίστανται οι χαρακτηρισμοί αυτοί, να αναφέρουμε τους όρους που οι ίδιοι οι κάτοικοι χρησιμοποιούν σήμερα για το χορό. Οι όροι αυτοί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αποτελούν προσδιορισμούς, που συνδέονται με τον τρόπο που είναι πιασμένοι οι χορευτές, τον τρόπο που εκτελούνται οι κινήσεις και τα βήματα, την ταχύτητα του ρυθμού και της μουσικής, την κοινωνική ομάδα που χορεύει το συγκεκριμένο χορό, το θέμα του τραγουδιού, όταν υπάρχουν στίχοι, την περίσταση, της οποίας ο χορός αποτελεί κομμάτι, ή και την περιοχή, από την οποία θεωρείται ότι προέρχεται. Όσο πιο πίσω πηγαίνει κανείς στο χρόνο τόσο μεγαλώνουν και οι επιμέρους διαφορές του τρόπου χορού. Αυτό που ένας σημερινός παρατηρητής θα θεωρούσε ως ίδιο χορό ανάμεσα σε δύο γειτονικά χωριά οι ίδιοι οι κάτοικοι θεωρούν ότι το  χορεύουν με διαφορετικό τρόπο και απαριθμούν όλες τις διαφορές.

Σχετικά με το τραγούδι στη Φλώρινα, στο βαθμό που είναι γνωστό, δεν υπήρχε, μέχρι πριν από λίγο καιρό, καμία επιστημονική καταγραφή και δημοσίευση. Υπάρχουν, βέβαια, κάποιες αναφορές τραγουδιών στα δημοσιεύματα τοπικών συγγραφέων, οι οποίες σχετίζονται με τους τόπους καταγωγής τους. Τα τραγούδια ως κομμάτι των εμπειριών και των βιωμάτων των γραφόντων εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της τοπικής κοινωνίας. Σημαντική συμβολή στην επιστημονική έρευνα του τραγουδιού στην περιοχή της Φλώρινας αποτελεί η  πρόσφατη έκδοση ενός τόμου από το Φ.Σ.Φ. «Ο Αριστοτέλης», από την ερευνήτρια και μουσικό Χριστίνα Βακάλη. Ο τόμος περιέχει τραγούδια, που στην πλειοψηφία τους, ανήκουν στις αγροτικές κοινότητες της περιοχής. Μια πρώτη καταγραφή δείχνει ότι τα θέματά τους σχετίζονται με διάφορα ιστορικά γεγονότα, με πρόσωπα που έδρασαν στην περιοχή, με στοιχεία της φύσης, ιδιαίτερες θρησκευτικές περιστάσεις (π.χ. μεγάλες γιορτές) και με συναισθηματικές καταστάσεις της ανθρώπινης ζωής όπως ο γάμος, ο χωρισμός, ο θάνατος, η ξενιτιά, ο ξεριζωμός και η προσφυγιά κ.ά.

Τα όρια του χορευτικού ρεπερτορίου της περιοχής Φλώρινας ορίζονται ως ένα βαθμό και από τη μορφολογία του εδάφους της περιοχής. Πιο συγκεκριμένα, ο νομός Φλώρινας ορίζεται από τους ορεινούς όγκους: τη Βαβούνα (βόρεια), το Βόρα και το Βέρμιο (ανατολικά), το Βίτσι (νότια) και το όρος Πατρινό (δυτικά). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώνεται ένα εγκάρσιο σύστημα χαμηλών υψωμάτων που δημιουργεί διάφορες λεκάνες όπως αυτές της Φλώρινας – Μοναστηρίου, του Αμυνταίου – Πτολεμαίδας και των Πρεσπών. Τέλος, υπάρχει και η κοιλάδα των Κορεστίων, η οποία ξεκινάει από το Πισοδέρι και συνδέει τη Φλώρινα με την Καστοριά.

Ο κατεξοχήν διαδεδομένος χορός, που παρουσίαζε ποικιλία μελωδιών και τραγουδιών, ήταν το «Πουστσένο» («Λυτός»). Το όνομά του προσδιορίζει τον τρόπο που χορεύονταν ή ζητούνταν από τους μουσικούς. Πολύ συχνά, κάθε χωριό είχε τη δική του μελωδία και έτσι τη γνώριζαν και την ξεχώριζαν οι μουσικοί. Σήμερα διασώζονται και τραγούδια στο ρυθμό αυτό όπως αυτό που αναφέρεται στον Ιμπραήμ Χότζα και αυτό που μου μιλά για τον πετεινό που τραγουδά το πρωί.

Όσον αφορά το χορευτικό ύφος, οι υπάρχουσες  πληροφορίες δείχνουν ότι στα καθαρά πεδινά χωριά οι κάτοικοί τους χόρευαν πιο πηδηχτά και πιο «άγρια» σε αντίθεση με τα ορεινά και τα ημιορεινά , τα οποία χόρευαν πιο στρωτά και θεωρούνταν ότι έχουν το καλύτερο ύφος σε όλους τους χορούς. Στην Πρέσπα ο χορός χορεύονταν με πάτημα του δεξιού ποδιού στην αρχή, σε αντίθεση με τον Κάμπο της Φλώρινας όπου είχαμε την αντίθετη κίνηση, δηλ. άρση του δεξιού ποδιού. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, και στα Κορέστια είχαμε τον χορευτικό τρόπο της Πρέσπας. Στην περιοχή του Ξινού Νερού ο «Λυτός» ήταν διαδεδομένος με το όνομα Τζέμο, το οποίο ήταν το θέμα του τραγουδιού της συγκεκριμένης και δημοφιλούς, απ’ ότι φαίνεται μελωδίας.

Ο «Συρτός», που προσδιορίζονταν αρκετά συχνά και ως «για τα χέρια» («Ζάρακα»), που σημαίνει και υποδηλώνει τον τρόπου που πιάνονταν οι χορευτές, είναι ο χορός με τον οποίο ανοίγει κάθε γαμήλιο γλέντι στην περιοχή. Υπάρχουν πάρα πολλά τραγούδια που σώζονται με αυτό το ρυθμό τα οποία έχουν κύρια ερωτικά θέματα, θέματα από τη φύση και το Μακεδονικό Αγώνα.

Το «Ζάραμο» ή «για τους ώμους» («Χασάπικο») ήταν ο προσδιορισμός για τους χορούς που χόρευαν οι κάτοικοι πιασμένοι από τους ώμους. Μέσα από την ορολογία της ταξινόμησης των ελληνικών χορών θα λέγαμε ότι ο χορός ανήκει στο κινητικό σχήμα «Στα τρία» με ρυθμό 2/4, ένα χορευτικό μοτίβο διαδεδομένο σε όλα τα Βαλκάνια. Στον κάμπο της Φλώρινας χορεύονταν συνήθως σε αργό ρυθμό. Πρέπει να σημειωθεί ότι ως «Χασάπικο» ζητούνταν και η μελωδία την οποία σήμερα αποκαλούμε Γκάιντα. Οι πληροφορίες λένε ότι ο χορός αυτός ήταν πολύ διαδεδομένος, ιδιαίτερα στη γρήγορή του και με πηδηχτά βήματα μορφή στην περιοχή Αμυνταίου.

Το «Στάρσκο Πουστσένο» («Γερόντικος») ήταν ο χορός τον οποίο, όπως προκύπτει και από το χαρακτηρισμό του,  ήταν οι γεροντότεροι αυτοί που τον χόρευαν. Για αυτό τον απλό λόγο είχε αργό ρυθμό και μπορούσε να είναι είτε «Λυτός», είτε «Χασάπικο», ανάλογα με το χωριό. Στα Κορέστια ο «Γερόντικος» ήταν συνήθως αργό «Χασάπικο».

Ο «Αλωνιώτικος», όπως αναφέρεται από κατοίκους του Κρατερού και της Αγίας Παρασκευής, αποτελεί μια μελωδία που από το όνομά της φαίνεται ότι προέρχεται από το χωριό Άλωνα. Η δομή των βημάτων είναι όπως του Λυτού, προσαρμοσμένη όμως σε δίσημο ρυθμό. Στα Άλωνα παρουσιάζονται και άλλες μελωδίες με το ίδιο κινητικό σχήμα, που χορεύονται είτε στρωτά, είτε πηδηχτά και οι οποίες παίρνουν το όνομά τους από διάφορες οικογένειες, οι οποίες τις χόρευαν (π.χ. «Τσώτσοτο» από την οικογένεια των Τσώτσων, «Στάμκοτο» από τους Στάμκους). Παράλληλα με τους παραπάνω χορούς, αναφέρονται στα Άλωνα και διάφοροι άλλοι όπως η «Ομορφούλα» («Λίτσενο») και η «Συμπεθέρα».

Ο χορός ή «Στα Τέσσερα» («Τσετφόρνατα») ήταν, σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, ένα κινητικό σχήμα, το οποίο είχε διάφορες μελωδίες. Η πιο γνωστή από αυτές τις μελωδίες είχε και τραγούδι, το οποίο αναφερόταν σε μια κοπέλα. Ο χορός «Πουλάκι», που χορεύεται στο Ξινό Νερό ανήκει κινητικά στο χορό «Στα τέσσερα». Ο χορός αναφέρεται από μουσικούς ως «Μπαμπάρσκατα» που σημαίνει «Καρναβαλίστικος». Έτσι ονομάζονταν η μελωδία που παιζόταν την Πρωτοχρονιά στο Ξινό Νερό, στα πλαίσια των εορτασμών του Δωδεκαημέρου. Το όνομα «Πουλάκι» είναι νεότερη ονομασία. Είναι άγνωστο αν η συγκεκριμένη μελωδία είχε δικό της όνομα. Τέλος, ο χορός «Μακεδονία» χορεύεται και αυτός με αυτό το κινητικό σχήμα

Το «Λέοτο» ή «Γραπτσάρτσε» ήταν μια μελωδία με ένα απλό κινητικό σχήμα, στη διάρκεια της οποίας ο χορός πήγαινε προς τα αριστερά. Η πρώτη ονομασία εμφανίζεται στα Κορέστια και η δεύτερη στην Πρέσπα. Με το όνομα «Ντεβολίτσε» είναι γνωστός ένας χορός που χορεύονταν κυρίως από τους γέρους. Οι κάτοικοι της Πρέσπας θεωρούν ότι ο χορός προέρχεται από τη Β. Ήπειρο και το όνομά του από τον ποταμό Δεβόλι. Ήταν αργός και είχε δύο μουσικά μέρη. Αξιοσημείωτες είναι οι καταγραφές τραγουδιών στα Κορέστια, τα οποία, αν και στο τοπικό φλωρινιώτικο ιδίωμα μουσικολογικά θα τα κατέτασσε κανείς στην ιδιωματική και ξεχωριστή κατηγορία της «ηπειρωτικής πολυφωνίας». Ένα πολύ ξεχωριστό και άκρως ενδιαφέρον φαινόμενο.

Οι προσδιορισμοί «Γυναικείος» («Ζένσκοτο») – «Ανδρικός» («Μάσκοτο») χορός όπως χρησιμοποιούνται στην Πρέσπα και τα Κορέστια προσδιορίζουν την ομάδα που χόρευε το συγκεκριμένο κινητικό σχήμα. Φαίνεται πως υπήρχαν διάφορες μελωδίες, που κατατάσσονταν σε αυτή την κατηγορία χορού. Ως γυναικείος αποκαλούνταν και ο χορός που χόρευε η μητέρα της νύφης στη διάρκεια της τελετουργίας του γάμου. Οι πληροφορίες λένε ότι στα Κορέστια χορεύονταν με 8 βήματα ενώ στην Πρέσπα με 6. Η «Κόρη Ελένη» («Λένο Μόμε»), τα «Τσουράπια» και ο «Ράϊκος» είναι χοροί, που συνδέονται με συγκεκριμένες μελωδίες και είναι πολύ δημοφιλείς στις διάφορες χορευτικές περιστάσεις. Οι χοροί αυτοί, δεν ανήκουν στο τοπικό ρεπερτόριο αλλά έχουν εισαχθεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και μέσα από διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες. Ο πρώτος και ο δεύτερος εμφανίζονται να έχουν λόγια τα οποία δε χρησιμοποιούνται σήμερα.

Από την έρευνα έχουν προκύψει και άλλοι χοροί είτε σαν κινητικά σχήματα, είτε σαν ιδιαίτερη μελωδία που χορεύονταν σε διάφορες περιστάσεις και οι οποίοι σήμερα δε διασώζονται. Η «Παϊτούσκα» χορεύονταν στη Βεύη, στους Λόφους, στην Αγία Παρασκευή στο Κρατερό και σε αλλού. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές βημάτων και διάφορες μελωδίες χωρίς να είναι διαπιστωμένο ποιες από αυτές ήταν οι πιο συνηθισμένες στην περιοχή. Το «Κάμπα» (η λέξη σημαίνει «στα χαμηλά», δηλ. στους χαμηλές νότες της μουσικής κλίμακας) ήταν, σύμφωνα με πληροφορίες παλιών μουσικών, πολύ αγαπητό στο Αρμενοχώρι και στο Αμμοχώρι. Για το συγκεκριμένο χορό δεν έχουν αποσαφηνιστεί τα βήματά του ούτε και η ρυθμική του μορφή. Το «Αρβανίτικο Τσάμικο» («Αρναούτσκο Τσάμτσε») ήταν διαδεδομένο στα πεδινά χωριά. Γνωρίζοντας μόνο τη μουσική μπορούμε να αναφέρουμε ότι περιλάμβανε δύο ρυθμικές μορφές, εκ των οποίων η δεύτερη ήταν τσάμικος.

Το «Μπεράτσε» είναι ο χορός, ο οποίος χορεύεται, κυρίως, από τους κατοίκους της Δροσοπηγής και του Φλαμπούρου. Ο χορός αυτός έχει τον ίδιο ρυθμό με το Λυτό και, ουσιαστικά, τα ίδια βήματα κατά τα 2/3. Το «Μοντρίς» όπως και άλλοι χοροί με το ίδιο κινητικό σχήμα, οι οποίοι είχαν μόνο μουσική ή και τραγούδι ήταν πολύ διαδεδομένοι στα προαναφερθέντα χωριά. Διασώζεται ακόμα το τραγούδι «Εψές με το φεγγάρι» και ο χορός που χορεύει η νύφη και το σόι κατά  τη διάρκεια της τελετουργίας του γάμου. Ο «Τζάτζιος», ο «Σουροβάρικος» και άλλοι χοροί συνδέονται με την ζωή και τη δομή της τοπικής κοινωνίας στο Πισοδέρι.

Το Τικ, το Κότσαρι η Σερανίτσα, η Λετσίνα, το Διπάτ, η Τρυγώνα, το Σαρίγκουσ και το Ομάλ είναι οι πιο διαδεδομένοι χοροί των προσφυγικών κοινοτήτων του νομού, των οποίων οι κάτοικοι κατάγονται από διάφορες περιοχές του Πόντου, κυρίως από την περιοχή της Τραπεζούντας, του Καρς και της Ματσούκας. Παράλληλα έχουν καταγραφεί και κάποιοι άλλοι όπως το Φυσερέτκο, ο Σούσης ή Γέμορα και ο Μότσονος οι οποίοι, σύμφωνα με τις πληροφορίες, χορεύονταν σε μεμονωμένες κοινότητες του Πόντου.  Οι κάτοικοι της κοινότητας των Άνω Κλεινών, οι παππούδες των οποίων κατάγονται από την Ανατολική Θράκη χόρευαν το Μήλο – Μήλο Κόκκινο, την Ελένη, τη Μπελλαραντού και άλλους χορούς και τραγούδια τα οποία διασώζονται μόνο σε αρχειακές πηγές.

Δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τους χορούς και τα τραγούδια των κατοίκων των περιοχών της Μ. Ασίας, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μετά το 1922. Το ίδιο ισχύει και για τις κοινότητες Εβραίων και Αρμενίων που υπήρχαν στην πόλη της Φλώρινας, όπως και για το μουσουλμανικό στοιχείο της περιοχής, το οποίο έζησε εδώ μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Ο σημερινός επισκέπτης σε ένα πανηγύρι του νομού Φλώρινας θα παρατηρήσει ότι αρκετοί από τους παραπάνω χορούς δε χορεύονται πια. Ακόμα περισσότερο, έχουν χαθεί τα περισσότερα τραγούδια, όπως αναφέρονται μέσα από τις διάφορες μαρτυρίες και τις γραπτές πηγές. Η αλλαγή που επέρχεται στον τρόπο που κάθε γενιά αντιλαμβάνεται σημασία του χορού και του τραγουδιού αλλά και η εξέλιξη που σημειώνεται με το πέρασμα του χρόνου οδηγούν στην εισαγωγή κινητικών σχημάτων, τραγουδιών και μελωδιών τα οποία αναπτύχθηκαν σε άλλες περιοχές και υπόκεινται σε αισθητικούς και κοινωνικούς νόμους. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής είναι η ομογενοποίηση και τυποποίηση του τοπικού χορευτικού ρεπερτορίου και η ολοένα αυξανόμενη απομάκρυνση από αυτό που οι άνθρωποι των προηγούμενων γενιών θα χαρακτήριζαν ως Φλωρινιώτικο χορό και Φλωρινιώτικο χορευτικό ύφος.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

ΒΑΚΑΛΗ, Χριστίνα, Γ. (2001)

Παραδοσιακά Τραγούδια του Νομού Φλώρινας. Φ.Σ.Φ. «Ο Αριστοτέλης». Φλώρινα

ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Βασίλης. (1987)

«Ο Χορός στα Άλωνα». Στο: Ο Λαϊκός Χορός Σήμερα: Πρακτικά 1ου Συνεδρίου της ΔΟΛΤ (Διεθνής Οργάνωση Λαϊκής Τέχνης), Λάρισα 1-5 Ιουλίου. Σελ. 44-46.

HUNT, Yvonne. (1996)

Traditional Dance in Greek Culture. Center for Asia Minor Studies: Music Folklore Archive. Athens. Σελ. 99-105.

ΚΟΥΦΗΣ, Παύλος. (1994)

Λαογραφικά Άλωνα – Άρμεσνκο Φλώρινας. Αθήνα Σελ. 80-102, 144-177

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Ιωάννης (2004)

«Ο Χορός και η Μουσική της Φλώρινας» Στο: Πρακτικά του Συνεδρίου ‘Φλώρινα 1912-2002’: Ιστορία και Πολιτισμός. σελ. 553-556.

ΛΟΥΣΤΑΣ, Νικόλαος Αργ. (1996)

Λαογραφική Μελέτη Νεβέαστας = Νέβεσκας = Νυμφαίου Φλωρίνης. Θεσσαλονίκη. Σελ. 182-268.

ΜΑΝΟΣ, Ιωάννης (2004)

«Χορός και (Ανα)παραστάσεις: Τα Όρια και η Ανάγκη της Εθνογραφίας».  ΑρχαιολογίακαιΤέχνες, τεύχος 92, Σεπτέμβριος 2004, σελ. 56-62.

(1996) “Ο Παραδοσιακός Χορός στην Περιοχή Φλώρινας”. Αριστοτέλης. Τ. 235-236:74-81.

ΝΑΤΣΗΣ, Ιω. Κώστας. (1990)

Λαογραφικά Στοιχεία και Παραδοσιακοί Χοροί Φλώρινας. Φλώρινα.

N. Ε. Λ. Ε. (Επιμέλεια). (1985)

Ελληνικοί Παραδοσιακοί Χοροί.. Πρακτικά Ημερίδας 27/1/1988. Φλώρινα.

ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ, Βασίλειος. (1994)

Χορευτικές Δραστηριότητες του Νομού Φλώρινας. Πρέσπες.

ΡΑΦΤΗΣ, Άλκης. (1995)

Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Χορού. Θέατρο Ελληνικών Χορών «Δόρα Στράτου».

ΣΤΥΛΙΑΔΗΣ, Χαράλαμπος, Ι. (1993)

Λαογραφικά του Γάμου στα Χωριά Φλάμπουρο και Δροσοπηγή του Νομού

Φλωρίνης. Θεσσαλονίκη.

ΤΣΑΜΗ, Αντιγόνη. (1994)

Λαογραφικά Μελετήματα. Πρέσπες. Σελ. 17-25.

 


[1] Οι πληροφορίες, οι οποίες παρουσιάζονται στο σύντομο αυτό κείμενο, προέρχονται από συστηματική εθνογραφική έρευνα, προφορικές μαρτυρίες και καταγραφή δημοσιευμένων πηγών. Η συλλογή τους έχει γίνει σε διαφορετικές χρονικά ερευνητικές περιόδους από το 1992 και έπειτα.

Σχετικά