Σεμινάριο Λέσβου με τον Γρηγόρη Γρηγορίου

Ο Χορευτικός Όμιλος Θεσσαλονίκης είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τους χορούς της Λέσβου μέσα από ένα σεμινάριο με τον Γρηγόρη Γρηγορίου.

Ο Γρηγόρης Γρηγορίου γεννήθηκε το 1971 στη Μήθυμνα (Μόλυβο) Λέσβου, από γονείς με ρίζες μικρασιάτικες. Εργάσθηκε σαν βοηθός προπονητή στον τοπικό αθλητικό σύλλογο, η μεγάλη του αγάπη όμως ήταν οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί και ιδιαίτερα οι χοροί

της Λέσβου. Για αρκετά χρόνια υπήρξε μέλος του τοπικού χορευτικού συγκροτήματος, ενώ αργότερα ανέλαβε ο ίδιος τη διδασκαλία σε συνεργασία με το Δήμο Μήθυμνας. Η αγάπη του για τη Μικρά Ασία και την παράδοσή της τον οδήγησε αρκετές φορές στα απέναντι παράλια με στόχο την επιτόπια έρευνα σχετικά με τους χορούς και τη μουσική της. Αιτία, οι επιρροές που είχε δεχθεί η Λέσβος από τη Μικρά Ασία στο παρελθόν. Τα ταξίδια στη Μικρά Ασία τον έκαναν να συνειδητοποιήσει το πάθος ου για την έρευνα της λαϊκής παράδοσης.

Αυτό που τον γοήτευε στους παραδοσιακούς χορούς δεν ήταν η απλή εκμάθηση χορευτικών βημάτων. Το «μυστικό» ήταν στην κατανόηση της προέλευσής τους, των ιστοριών που κρύβουν, των ηθών και των εθίμων που κουβαλούν μαζί τους. Τα βήματα από μόνα τους, καμία αξία δεν έχουν. Από το 1999 μέχρι και σήμερα εργάζεται στην Αθήνα ως χοροδιδάσκαλος σε συλλόγους, (μεταξύ άλλων στον Μορφωτικό Σύλλογο Ανεμωτισίων Λέσβου στη Νέα Σμύρνη, την Παλλεσβιακή Ένωση Νέας Ιωνίας – Ηρακλείου Αττικής και το Κέντρο Παραδοσιακών Χορών και Μουσικής «Εμμέλεια»,

του Συλλόγου Γυναικών Αγίου Στεφάνου) αλλά και ως δάσκαλος ομαδικών προγραμμάτων σε μερικά από τα μεγαλύτερα γυμναστήρια.

Έχει παρουσιάσει εισηγήσεις σε σεμινάρια παραδοσιακών χορών σε όλη την Ελλάδα, ενώ έχει χορογραφήσει και σκηνοθετήσει χορευτικές παραστάσεις, τόσο στη Λέσβο, όσο και στην Αθήνα.


 

Η Λέσβος είναι το μεγαλύτερο από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Χαρακτηριστικό συστατικό στοιχείο της λεσβιακής φορεσιάς είναι η βράκα,

γυναικεία και ανδρική, κατασκευασμένη από χοντρό ή λεπτό υφαντό ύφασμα ανάλογα με τη χρήση (καθημερινή ή εορταστική). Η ανδρική ενδυμασία πέρα από την βράκα -πάντα μαύρου χρώματος- συνδυάζεται με μαύρο ή λευκό πουκάμισο, μαύρο γιλέκο, σκούρες κάλτσες, μάλλινες ή λινές, μαύρη «κατσούλα» στο κεφάλι και μαύρα υποδήματα. Αγαπημένο «αξεσουάρ» των ανδρών από τη Λέσβο είναι μέχρι και σήμερα το κομπολόι. Χόρευαν συχνά κρατώντας το, ενώ όταν δεν το κρατούσαν, είτε το περνούσαν στον καρπό, είτε το κρεμούσαν στο ζωνάρι. Όσον αφορά στη γυναικεία φορεσιά, υπάρχουν δύο τύποι: Ένας παλαιότερος, με καθοριστικό φόρεμα το φουστάνι κι ένας νεότερος με τη βράκα. Ο δεύτερος επικράτησε από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και φορέθηκε έως τα νεότερα χρόνια (εξαίρεση αποτελούν χωριά στο βόρειο και βορειοανατολικό κομμάτι που συνέχισαν να προτιμούν τη «φουστάνα»).

Ένας «μεταβατικός» τύπος φορεσιάς θέλει την ύπαρξη βράκας κάτω από το κοντύτερο φουστάνι. Η βράκα αποτελεί το κύριο στοιχείο στην καθημερινή και γιορτινή φορεσιά της «βρακούσας», όπως λέγεται η γυναίκα που το φορεί. Στις περιοχές όπου φορέθηκε παρουσιάζει διαφορές στην ύφανση και στα χρώματα, που προσέδιδαν στην κάθε βρακούσα ιδιαιτερότητα, ενδεικτική του χωριού απ’ όπου προερχόταν.

Η γυναικεία ενδυμασία συνδυάζει την πολύχρωμη βράκα, με ανάλογο πουκάμισο ή φουστάνι, ενώ χαρακτηριστικό είναι το «τσεμπέρι» (μαντήλι) στο κεφάλι. Πατατούκες, γούνες, παλτά, κάπες, βρακοζώνες συμπληρώνουν την ενδυμασία. Η Λέσβος κατατάσσεται μουσικολογικά στον ευρύτερο χώρο των μικρασιατικών παραλίων. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε τους Λεσβιακούς από τους Μικρασιατικούς σκοπούς. Πολλοί παρουσιάζονται αναλλοίωτοι, άλλοι εντάσσονται προσαρμοσμένοι στο τοπικό μουσικοχορευτικό ρεπερτόριο και τις τοπικές συνήθειες.

Από τις αρχές του αιώνα είχαν μεγάλη πέραση στους κύκλους των μορφωμένων οι ευρωπαϊκοί χοροί. Η μεγάλη πλειοψηφία όμως χόρευε τους ντόπιους χορούς. Οι Λέσβιοι χόρευαν τις Κυριακές, στις θρησκευτικές γιορτές, στο καρναβάλι, στις χοροεσπερίδες, στα «γλιτώματα» της ελιάς, σε γάμους, αρραβώνες, βαφτίσια και οποιαδήποτε στιγμή, αυθόρμητα. Η πιο συνηθισμένη όμως χορευτική εκδήλωση ήταν η «πατινάδα» της Κυριακής, συνδεδεμένη με το παιχνίδι του έρωτα και του γάμου.

Οι νέοι αλλά και οι μεγαλύτεροι, ξεκινούσαν παρέες – παρέες απ’ τα καφενεία της αγοράς, τα οποία αποτελούσαν το κέντρο της δημόσια ζωής της Λέσβου, και μαζί με την κομπανία ή τους μεμονωμένους μουσικούς περνούσαν απ’ τα δρομάκια του χωριού, για να καταλήξουν στα λεγόμενα «κουϊτούκια», συνοικιακά υπαίθρια καφενεδάκια που άνοιγαν μόνο Κυριακές και γιορτές και σερβίριζαν ρακί, κονιάκ και στραγάλια. Στις συνοικίες, οι άνδρες μπορούσαν να έρθουν σε επαφή με τις κοπελιές που περίμεναν μπροστά στα σπίτια τους να φθάσει η μουσική, καθισμένες στα «καριγλιά» τους, φορώντας την καλή τους βράκα και τα φλουριά στο στήθος.

Οι γυναίκες, ειδικότερα οι νεότερες, σπάνια κατέβαιναν στα καφενεία της αγοράς. Παρέμεναν στις γειτονιές τους, κεντώντας, πλέκοντας και κουβεντιάζοντας, καθισμένες έξω απ’ τις πόρτες των σπιτιών τους, μακριά απ’ τα ανδρικά βλέμματα. Έτσι, λοιπόν, η κυριακάτικες πατινάδες έδιναν την ευκαιρία στους άνδρες να κάνουν το κομμάτι τους και να εκφράσουν τον έρωτά τους, χορεύοντας στα κουϊτούκια, ενώ οι κοπελιές παρακολουθούσαν από απόσταση. Χόρευαν μόνο οι άντρες μεταξύ τους.

Τις σπάνιες φορές που ο σύζυγος καλούσε τη γυναίκα του για χορό ή ο πατέρας την κόρη του, της έδινε την πρώτη θέση. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες δε χόρευαν. Στην πατινάδα της Κυριακής, συνήθως χόρευαν την ίδια ώρα με τους άνδρες, υπό τους ήχους της μουσικής που έπαιζε για εκείνους. Όμως μεταξύ τους, μισοκρυμμένες πίσω από τις γωνίες των σπιτιών. Αγαπημένος γυναικείος χορός ήταν ο καλαματιανός. Η μουσική κρατούσε ως το πρωί στα κουϊτούκια και συνεχιζόταν με καντάδες κάτω απ’ τα παράθυρα των κοριτσιών. Τα καφενεία και τα κουϊτούκια ήταν ο χορευτικός χώρος και στις θρησκευτικές γιορτές, ενώ στο καρναβάλι ο χορός μπορούσε να εκδηλωθεί οπουδήποτε και οποτεδήποτε, με τρόπο πιο ελεύθερο.

Οι οργανωμένες χοροεσπερίδες που είναι υπόθεση της διανόησης, γίνονται σε αίθουσες κλεισμένες από πριν, ενώ στο γάμο, στους αρραβώνες, στα βαφτίσια, χορεύουν μέσα ή έξω από το σπίτι ή και στο καφενείο. Στη Λέσβο η σειρά των χορών είναι συγκεκριμένη και όλοι οι ντόπιοι την ακολουθούν πιστά. Η μουσική ξεκινάει με συρτό, περνάει στο μπάλο, στη συνέχεια στον καρσιλαμά, στο ζεϊμπέκικο και τελειώνει με το «μαζωμένο» ή «πηδηχτό». Η σειρά δεν άλλαζε. Άγραφος κανόνας.

  • Ο συρτός (ρυθμός 2/4) σε αντίθεση με άλλα νησιά χορευόταν κατά κανόνα από 2 άτομα, διαφορετικού ή ιδίου φύλου, αλλά και περισσότερα όταν άναβε το κέφι. Απαραίτητο ήταν πάντα το μαντήλι που έφεραν πάνω τους οι άνδρες. Από το συρτό το βιολί κάνει ένα γύρισμα, παίζει έναν αμανέ και περνάει στο μπάλο, που επίσης χορεύεται από 2 άτομα.
  • Ο καρσιλαμάς (ρυθμός 9/8) πάντα ακολουθεί τον συρτό/μπάλο. Είναι αντικρυστός και χορεύεται σε ζευγάρια σε όλο το νησί με διάφορες παραλλαγές από χωριό σε χωριό. Έναν από τους καρσιλαμάδες, τον «πηδηχτό» (γνωστό και ως «Αϊσέ»), όταν το κέφι έφτανε στο αποκορύφωμα, επιδέξιοι χορευτές τον έκαναν «καρεκλάτο», εκτελώντας ασκήσεις ισορροπίας πάνω σε μια καρέκλα
  • Ο ζεϊμπέκικος (ρυθμός 9/8), ήταν επίσης χορός για 2 άτομα αλλά πολλές φορές και «σόλο». Βαρύς χορός που αποδίδεται από άνδρες οι οποίοι αυτοσχεδιάζουν στο ρυθμό της μελωδίας.
  • Ο μαζωμένος / μαζωχτός χορεύεται από πολλούς, στο αποκορύφωμα του γλεντιού, πηδηχτά, σα γρήγορος συρτός (είναι γνωστός και ως «πηδηχτός»).Οι χορευτές «μαζώνονται» για να κλείσουν το γλέντι. Αποτελούσε συχνά τον τελευταίο χορό της παρέας.
  • Στα πανηγύρια πάντως, πολλές φορές χόρευαν και συρτό στον κύκλο (καλαματιανό). Χορός κυρίως γυναικείος, κατά τη διάρκεια του οποίου οι γυναίκες έδειχναν τις χορευτικές τους ικανότητες. Συνηθιζόταν να συνοδεύεται από τραγούδι.

 

Υπάρχουν όμως και οι παρεμβαλλόμενοι χοροί.Με τον όρο αυτό εννοούμε χορούς που δεν αποτελούσαν μέρος της συνηθισμένης ακολουθίας, δε χορεύονταν από όλους και μολονότι ήταν ρυθμοί γνωστοί, είχαν ιδιομορφίες, άλλαζαν την ατμόσφαιρα και έσπαζαν τη σειρά την τάξη. Μεταξύ άλλων ήταν:

 

  • Ο τζάμκος (ρυθμός 2/4), αργός συρτός που χορεύονταν από δύο. Γνωστός και σαν «χορός των μαχαιριών». Ο ένας κρατούσε στο χέρι μαχαίρι ή τσιμπίδα που έπαιρνε από τον μπουφέ όπου έψηναν τον καφέ και προσποιούνταν ότι απειλούσε τον άλλον που έμενε καθισμένος και απαθής. Ο πρώτος διέγραφε κύκλους στον αέρα με το μαχαίρι του και έκανε πως έκοβε τη μύτη, τα αυτιά, το κεφάλι, τα γεννητικά όργανα του αντιπάλου του και με μια απότομη κίνηση κάθε φορά, τα πέταγε στους θεατές του χορού. Σ’ όλη τη διάρκεια του χορού επαναλάμβανε τις ίδιες κινήσεις που προκαλούσαν τα γέλια των θεατών. Χορός μιμικός που χορευόταν από ορισμένους μόνο και όταν είχαν κέφι ή παροτρύνονταν από άλλους.
  • Ο π’τάνικος ή ποτηράκια ήταν επίσης μιμικός χορός εκτελούμενος από άντρες που παρίσταναν τις γυναίκες, κρατούσαν στα χέρια μικρά ποτηράκια που τα χτυπούσαν μεταξύ τους, ενώ η ορχήστρα συνόδευε μονάχα με το βιολί, το σαντούρι και το μπάσο, για να μη χάνεται ο ήχος των ποτηριών. Φαίνεται ότι ο χορός αυτός ήρθε στη Λέσβο από τους στρατιώτες που είχαν πάει στη Μικρασία το 1922 και στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μίμηση του χορού της κοιλιάς, όπως χορευόταν στα καφέ – αμάν της Σμύρνης και της Πόλης.
  • Ο Αράπης, Αράπικος ή Αρκουδιάρης. Χορός μιμικός και κωμικός ταυτόχρονα, εκτελούνταν από 2 άτομα, από τα οποία το ένα έπαιζε τον πιο σημαντικό ρόλο, ενώ το άλλο χρησίμευε για παρτενέρ. Ρυθμός 2/4 σαν ζωηρός συρτός. Ο χορευτής έκανε άγριες χειρονομίες, γούρλωνε τα μάτια, μιμούνταν την αρκούδα και έκανε πηδήματα. Χορός που χορευόταν κυρίως στο καρναβάλι, ήταν δε για κάποια περίοδο, σχεδόν αποκλειστικότητα ενός βοσκού με το παρατσούκλι «Μαρούλα». «Χόρεψε Αράπη», του φώναζαν και αυτός απαντούσε: «Δεν έχω κέφι». Παρά την άρνηση όμως άρχιζε να χορεύει καλώντας ταυτόχρονα τον παρτενέρ του. Στη διάρκεια του χορού πετούσαν ο ένας στον άλλον μπουκιές ψωμιού ή κάστανα.
  • Ο νυφιάτικος ή νυφκάτος. Χορευόταν από τις φίλες της νύφης πριν από το γάμο. Αφού τη βοηθούσαν να ντυθεί, έκαναν κύκλο γύρω της με σταυρωτά τα χέρια και της τραγουδούσαν στίχους κατάλληλους για την περίσταση, αυτοσχεδιάζοντας πολύ και σύροντας το χορό προς τα δεξιά.
  • Τα Κουκιά ή Κ’τσα στη μυτιληνιά διάλεκτο, είναι αποκριάτικος μιμητικός χορός που τραγουδούν και χορεύουν άνδρες διανθίζοντάς τον με πλήθος υπονοουμένων και χειρονομιών.
  • Τα τριψίματα. Χορεύονταν σε κύκλο, συρτά, από νέους μεταμφιεσμένους τις μέρες του καρναβαλιού, ενώ τραγουδούσαν με τολμηρά λόγια και υπονοούμενα. Συχνά κάθονταν καταγής, τρίβοντας τα οπίσθιά τους κάτω.

 

Χορός είναι παράδοση, είναι μνήμες, είναι Ιστορία. Είναι μουσικές, είναι ακούσματα. Είναι έκφραση, είναι συναίσθημα. Είναι μεράκι. Είναι τρόπος ζωής.

Σχετικά